Πελοποννησιακός Πόλεμος

Η πρώτη γνωστή ναυμαχία που έγινε στον Πατραϊκό Κόλπο καταγράφηκε από τον Θουκυδίδη και φέρεται να έγινε το τρίτο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου και συγκεκριμένα το 429 π.Χ.. Στην ναυμαχία αυτή αντικρούσθηκε ο πελοποννησιακός στόλος, αποτελούμενος από πλοία της Σπάρτης και των αποικιών της Κορίνθου, εναντίον ενός στόλου αποτελούμενου από πλοία της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Οι Σπαρτιάτες, την περίοδο εκείνη, είχαν ανταποκριθεί σε πρόταση των Αμβρακιωτών και των Χαόνων, οι οποίοι ζήτησαν τη βοήθειά τους, προκειμένου να καταβάλουν τους Ακαρνάνες που ήταν σύμμαχοι των Αθηναίων. Οι τελευταίοι, με ορμητήριο την Ναύπακτο, είχαν υπό τον έλεγχο τους όχι μόνο τον Πατραϊκό Κόλπο αλλά και τους κύριους ναυτικούς δρόμους της δυτικής Ελλάδας και των νησιών του Ιονίου Πελάγους, με εξαίρεση την Λευκάδα.

Ανάγλυφο με αναπαράσταση τριήρους, περίπου 410-400 π.Χ., που ανευρέθη το 1852, από τον Λε Νορμάν, και εκτίθεται στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Οι Αμβρακιώτες, άποικοι της Κορίνθου, δελέασαν τους Σπαρτιάτες επισημαίνοντας τους ότι η κατάληψη της Αιτωλοακαρνανίας θα τους άνοιγε τον δρόμο για εκστρατείες στα νησιά του Ιονίου, και ότι ταυτόχρονα θα δημιουργούσε πλήγμα στους Αθηναίους ανακόπτοντας τους εμπορικούς τους δρόμους με τις αποικίες τους, της Κέρκυρας και της Σικελίας. Επιπλέον τους επέστησαν την προσοχή στο ότι θα μπορούσαν να καταλάβουν την Ναύπακτο, την κύρια ναυτική βάση των Αθηναίων στον Πατραϊκό Κόλπο. Οι Αθηναίοι είχαν στείλει, το διάστημα αυτό, ναυτική δύναμη στον Πατραϊκό αποτελούμενη από 20 τριήρεις, με αρχηγό τον Φορμίωνα, με σκοπό την προστασία των εμπορικών δρόμων από και προς τις αποικίες τους.

Η εκστρατεία του Κνήμου στην Ακαρνανία και η ναυμαχία στον Πατραϊκό Κόλπο.

Οι Σπαρτιάτες, αμέσως μετά την αποδοχή της πρότασης των Αμβρακιωτών και των Χαόνων, και έχοντας σκοπό να επιτεθούν ενάντια στον Φορμίωνα, μάζεψαν 1.000 περίπου οπλίτες από πόλεις της Πελοποννήσου και όρισαν αρχηγό τους τον Κνήμο. Ο τελευταίος, διαφεύγοντας την προσοχή των Αθηναίων που περιπολούσαν στην περιοχή, έφτασε στη Λευκάδα όπου ενώθηκε με συμμαχικές προς τους Σπαρτιάτες δυνάμεις από τις πόλεις του Ανακτορίου και της Αμβρακίας . Οι πόλεις αυτές, μαζί με την Λευκάδα, ήταν αποικίες της Κορίνθου, συμμάχου της Σπάρτης.

Στην συνέχεια ο Κνήμος αποβιβάστηκε στην Ακαρνανία -χωρίς να περιμένει τις προσδοκούμενες ενισχύσεις από την Κόρινθο, τη Σικυώνα, και τις άλλες ναυτικές πόλεις της Κορινθίας- ενώθηκε με στρατεύματα φυλών της περιοχής, εχθρικών προς τους Ακαρνάνες, και πραγματοποίησε μια αποτυχημένη επίθεση στην πόλη Στράτο. Αιτία της αποτυχίας αυτής στάθηκε αφ΄ ενός η ανομοιογένεια και απειθαρχία του στρατεύματος του, αφ΄ ετέρου η βιαστική και ανοργάνωτη επίθεση που πραγματοποίησε εναντίον της πόλης. Μετά την αποτυχία αυτή ο Κνήμος με τις δυνάμεις του αποσύρθηκε στην πόλη των Οινιάδων. Ο αρχηγός του αθηναϊκού στόλου Φορμίων, ο οποίος ανέμενε εχθρική επίθεση από τον στόλο της Κορίνθου, την ισχυρότερη σύμμαχο της Σπάρτης, με στόχο την κατάληψη της Ναυπάκτου, είχε σωστά εκλάβει την αποτυχημένη εκστρατεία του Κνήμου σαν κίνηση αντιπερισπασμού, με σκοπό την διάσπαση των δυνάμεων του. Για τον λόγο αυτό δεν έστειλε ενισχύσεις στην Ακαρνανία προς αντιμετώπιση του Κνήμου, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τις δυνάμεις του ακμαίες και ενωμένες.

Το ίδιο διάστημα, το κύριο σώμα του πελοποννησιακού στόλου, αποτελούμενου από 47 πλοία, και έχοντας αρχηγούς τον Μαχάωνα, τον Αγαθαρχίδη, και τον Ισοκράτη, ξεκινώντας από την Κόρινθο έφθασε στον Πατραϊκό Κόλπο. Ο Πατραϊκός ονομαζόταν, την εποχή εκείνη, Καλυδώνιος Κόλπος αντλώντας την ονομασία του από τη σημαντικότερη πόλη του κόλπου, την Καλυδώνα. Σκοπός των πελοποννησίων αρχηγών ήταν η αποβίβαση του στρατού που μετέφεραν, προς ενίσχυση των δυνάμεων του Κνήμου, και η συνέχιση της εκστρατείας μέχρι την εκπλήρωση των αρχικών τους στόχων, με κυριότερο ανάμεσα τους την κατάληψη της Αιτωλοακαρνανίας.

Ο πελοποννησιακός στόλος αποτελείτο από πλοία εκ΄ των οποίων τα περισσότερα ήταν μεταγωγικά παρά πολεμικά, γεγονός το οποίο τα καθιστούσε ακατάλληλα για την διεξαγωγή ναυμαχίας. Έτσι οι Πελοποννήσιοι στήριζαν την ισχύ τους στον μεγάλο αριθμό στρατιωτών που διέθεταν, και στην υπεροχή τους, σε μάχη σώμα με σώμα, σε περίπτωση που αυτή διεξαγόταν από τα καταστρώματα των πλοίων.

Ο στόλος του Φορμίωνα, αντιθέτως, αποτελείτο αποκλειστικά από τριήρεις. Τα πλοία αυτά ήταν ευέλικτα πολεμικά τα οποία, με τη βοήθεια πανιών και κουπιών, πλησίαζαν τον εχθρό προσπαθώντας να πλήξουν τα πλοία του, είτε εμβολίζοντάς τα με μια μυτερή προεξοχή της πλώρης, το έμβολο, που ήταν και το κυριότερο όπλο που διέθεταν τα πλοία της εποχής, είτε βάζοντάς τους φωτιά με εμπρηστικά βέλη. Στην συνέχεια απομακρύνονταν ταχύτατα για να ξαναεπιτεθούν και πάλι. Είναι ευρύτερα γνωστό ότι την εποχή εκείνη η Αθήνα είχε τελειοποιήσει τα πλοία της, αποκτώντας δίκαια την φήμη της ναυτικής υπερδύναμης, καθώς δεν στήριζε την ισχύ της μόνο στα πλοία αλλά και στα καλά εκπαιδευμένα και έμπειρα σε συνθήκες μάχης πληρώματα. Αντίθετα τα πλοία της Πελοποννήσου ήταν ιδιαίτερα βαριά και δυσκίνητα, καθώς ο χρηστικός τους σκοπός ήταν, κατά κύριο λόγο, η μεταφορά μεγάλου αριθμού στρατευμάτων, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνονται στις δύσκολες συνθήκες των μαχών.

Χάρτης του Πελοποννησιακού Πολέμου, 431-404 π.Χ.. Διακρίνονται με πορτοκαλί χρώμα οι περιοχές της Αθηναϊκής Συμμαχίας, με μοβ χρώμα οι περιοχές της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, και με πράσινο χρώμα οι περιοχές των ουδετέρων.

Όταν οι δύο στόλοι συναντήθηκαν έπλευσαν παράλληλα, με τον αθηναϊκό στόλο να επιτηρεί συνεχώς τον πελοποννησιακό, μετρώντας τις δυνάμεις τους. Οι Πελοποννήσιοι μην περιμένοντας επίθεση, λόγω της αριθμητικής τους υπερτερότητας, διανυκτέρευσαν ανοιχτά των Πατρών και το ξημέρωμα απέπλευσαν με σκοπό να αποβιβάσουν τα στρατεύματα τους σε κάποια από τις απέναντι ακτές της Αιτωλίας. Στην προσπάθεια τους αυτή απέφυγαν να περάσουν από το Ρίο στο Αντίρριο, αφενός γιατί η περιοχή ελεγχόταν από τους Αθηναίους, αφετέρου γιατί οι ακτές από το Αντίρριο μέχρι το επίνειο της Καλυδώνας ήταν απόκρημνες και ο στρατός θα έπρεπε να ανεβεί στα βουνά της Παλιοβούνας και της Βαράσοβας για να κινηθεί δυτικότερα. Παραλιακά, λόγω των βουνών αυτών που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, δεν ήταν επίσης δυνατή η μετακίνηση.

Ο Φορμίων, βλέποντας τον εχθρικό στόλο κινούμενο και όντας αποφασισμένος να επιτεθεί, επιθυμούσε αυτό να γίνει στην ανοιχτή θάλασσα, «εν τη ευρυχωρία», όπου θα είχε μεγαλύτερη δυνατότητα ελιγμών. Έτσι ξεκίνησε την επίθεση του από τα βορειοδυτικά της Πάτρας, από το κέντρο ακριβώς του Πατραϊκού Κόλπου. Στο σημείο αυτό βρήκε τις συνθήκες που επιθυμούσε για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο του. Ο πελοποννησιακός στόλος, αμέσως μετά την επίθεση των Αθηναίων, συμπτύχθηκε, σχηματίζοντας κύκλο και τοποθετώντας τα πλοία του με τις πρύμνες κατευθυνόμενες προς το κέντρο του κύκλου, στο μέσον του οποίου είχαν τοποθετηθεί τα βοηθητικά πλοία για να προστατευθούν. Ήταν εκείνα που μετέφεραν προμήθειες και δεν ήταν κατασκευασμένα για μάχη. Οι Πελοποννήσιοι ήλπιζαν ότι έτσι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν περιμετρικά τα πυρά τους εναντίον των αθηναϊκών πλοίων που θα πλησίαζαν. Ήταν άλλωστε μια τακτική που είχε ξαναεφαρμόσει ο σπαρτιάτης Ευρυβιάδης κατά τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, το 480 π.Χ..

Τα αθηναϊκά πλοία έπλεαν, κάνοντας κύκλους γύρω από τα συγκεντρωμένα πελοποννησιακά, έχοντας αφήσει εκτεθειμένα τα πλευρά τους στον εχθρό, γεγονός το οποίο έδειχνε ότι ο Φορμίων είχε εμπιστοσύνη στη ναυτοσύνη και την εμπειρία των ανδρών του. Αν και αρχικά ο κύκλος που είχαν σχηματίσει οι Πελοποννήσιοι ήταν αρκετά ανοιχτός, με την εξέλιξη της μάχης και λόγω των συνεχών κύκλων που έκαναν οι Αθηναίοι γύρω τους, οι οποίοι όλο και στένευαν, αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν με αποτέλεσμα οι μανούβρες των πλοίων να πραγματοποιούνται με μεγάλη δυσκολία.

Ο Φορμίων είχε παρατηρήσει ότι πάντα στον Πατραϊκό, το πρωί, φυσά ένας βορειοανατολικός άνεμος και ήλπιζε στην προσδοκούμενη αυτή βοήθεια για την συνέχιση της ναυμαχίας. Έτσι και έγινε, ο άνεμος αυτός, σε συνδυασμό με την αγριεμένη θάλασσα, έφερε τα πλοία των Πελοποννήσιων τόσο κοντά το ένα στο άλλο, έτσι ώστε έφθασαν τελικά να συγκρούονται αναμεταξύ τους, ενώ τα πληρώματά τους προσπαθούσαν με κοντάρια να τα κρατήσουν σε ασφαλή απόσταση. Ακριβώς την στιγμή αυτή επέλεξε ο Φορμίων για να επιτεθεί ενάντια στον πελοποννησιακό στόλο.

Η επίθεση ξεκίνησε με σφοδρότητα και έχοντας τις καλύτερες προοπτικές για τους Αθηναίους οι οποίοι βύθισαν, σχεδόν αμέσως, την ναυαρχίδα του πελοποννησιακού στόλου. Μπροστά στην ορμητικότητα της επίθεσης των Αθηναίων, οι Πελοποννήσιοι υποχώρησαν με αποτέλεσμα ο αθηναϊκός στόλος να τους καταδιώξει αιχμαλωτίζοντας δώδεκα πελοποννησιακά πλοία. Η ναυμαχία έληξε με θρίαμβο του αθηναϊκού στόλου ο οποίος στην συνέχεια κατευθύνθηκε στο Μολύκρειο, κοντά στο Αντίρριο, όπου εκεί έστησε τρόπαιο της νίκης του και αφού αφιέρωσε ένα από τα αιχμαλωτισμένα πλοία στον Ποσειδώνα επέστρεψε στη βάση του, την Ναύπακτο.

Οι Πελοποννήσιοι νικημένοι, συγκέντρωσαν τα υπολείμματα του στόλου τους και αποσύρθηκαν στην Πάτρα και τη Δύμη αναχωρώντας στην συνέχεια για την Κυλλήνη, λιμάνι των Ηλείων, όπου συνάντησαν και ενώθηκαν με τον στόλο του Κνήμου, ο οποίος είχε επιστρέψει μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του ενάντια στην πόλη Στράτο.

Η ναυμαχία στο Ρίο και στην Ναύπακτο.

Ο ενωμένος, και πάλι ισχυρός, στόλος της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αποτελούμενος από 77 πλοία, για κάποιους ιστορικούς ερευνητές 57, συγκεντρώθηκε στην συνέχεια στο φυσικό λιμάνι του Πανόρμου, την σημερινή περιοχή «Τεκές», στα ανατολικά του Ρίου, έχοντας αφήσει στην απέναντι ακριβώς ακτή στρατοπεδευμένο το πελοποννησιακό πεζικό που μετέφερε. Ο Φορμίων, μετά την νίκη του, είχε στρατοπεδεύσει απέναντι από το Αντίρριο με σκοπό να αντιμετωπίσει και πάλι τον ενωμένο εχθρικό στόλο στην ανοιχτή θάλασσα, όπως και την προηγούμενη φορά. Ο Θουκυδίδης αναφέρεται στις εν λόγω περιοχές χρησιμοποιώντας τα τοπωνύμια «Ρίον Μολυκρικόν» (το σημερινό Αντίρριο), το οποίο ήταν «φίλιον τοις Αθηναίοις», και «Ρίον Αχαϊκόν» (το σημερινό Ρίο), το οποίο «εστίν αντιπέρας, το εν τη Πελοποννήσω». Αν και αριθμητικά λιγότεροι οι Αθηναίοι είχαν ανυψωμένο ηθικό, αφενός λόγω της προηγούμενης νίκης τους, αφετέρου λόγω του «κλίματος νίκης» που κατάφερε να δημιουργήσει και να διαδώσει στο στράτευμα του ο Φορμίων.

Οι δύο στόλοι έμειναν αγκυροβολημένοι, ο ένας απέναντι του άλλου, για μία περίπου εβδομάδα, έως ότου οι Πελοποννήσιοι αποφάσισαν να επιτεθούν πρώτοι φοβούμενοι ίσως την αναμενόμενη ενίσχυση των Αθηναίων με επιπλέον πλοία. Παρατάσσοντας τα πλοία τους σε τετράδες, στα δυτικά του Κορινθιακού Κόλπου, και κάνοντας φανερή την πρόθεσή τους να επιτεθούν στην Ναύπακτο, ετοιμάστηκαν για μάχη. Έχοντας σαν στόχο να εξαναγκάσουν τον Φορμίωνα να ναυμαχήσει, τοποθέτησαν τα ταχύτερα πλοία τους στην δεξιά πλευρά του ναυτικού τους σχηματισμού, δείχνοντας εμφανώς τον σκοπό τους, καθώς με τον τρόπο αυτό έκλειναν τον δρόμο του αθηναϊκού στόλου προς τη Ναύπακτο. Ο Φορμίων φοβούμενος επίθεση στην ανυπεράσπιστη Ναύπακτο, απέπλευσε πάραυτα και φθάνοντας στις ακτές της Λοκρίδας παρέταξε τα 20 αθηναϊκά πλοία, σε ευθεία γραμμή, απέναντι από τα Πελοποννησιακά.

Ο Θουκιδίδης (460-395 π.Χ.) ήταν ο ιστορικός ο οποίος έγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο λόγος του έχει ιδιαίτερο βάρος καθώς βρέθηκε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς, καταφέρνοντας να παρακολουθήσει τα γεγονότα από την οπτική και των δύο στρατοπέδων. (Royal Ontario Museum, Toronto)

Οι Πελοποννήσιοι βρισκόμενοι αντιμέτωποι με τον αθηναϊκό στόλο του επετέθησαν, ωθώντας στην συνέχεια τα πλοία των Αθηναίων στα αβαθή, και αναγκάζοντας εννέα από αυτά να εξοκείλουν. Στο σημείο αυτό όμως βρισκόταν στρατοπεδευμένο πεζικό των Μεσσηνίων, συμμάχων των Αθηναίων, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τα γενόμενα κινήθηκαν προς ενίσχυση της Ναυπάκτου. Βλέποντας ταυτόχρονα τα πλοία των Αθηναίων να εξοκείλουν, έσπευσαν σε βοήθεια τους και μπαίνοντας στη θάλασσα με τις πανοπλίες άρχισαν να συγκρούονται με τους Πελοποννησίους οι οποίοι προσπαθούσαν να αποκολλήσουν τα αθηναϊκά πλοία, να τα τραβήξουν στα ανοιχτά, οικιοποιώντας τα. Στην προσπάθεια τους αυτή οι Μεσσήνιοι κατάφεραν να ανακαταλάβουν και να διαφυλάξουν κάποια από τα πλοία των Αθηναίων.

Στο ενδιάμεσο τα υπόλοιπα έντεκα αθηναϊκά πλοία κατευθύνονταν προς τη Ναύπακτο, καταδιωκόμενα από 20 εκ΄ των ταχυτέρων πελοποννησιακών, εκείνων των οποίων είχαν εξ΄ αρχής τοποθετηθεί στη δεξιά πλευρά του πελοποννησιακού σχηματισμού έτσι ώστε να εμποδίσουν τα αθηναϊκά πλοία να φτάσουν στην Ναύπακτο. Μόλις τα εχθρικά πλοία συναντήθηκαν, παρατάχθηκαν και ξεκίνησαν τη μάχη, πιθανώς έξω από την σημερινή είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου.

Ενώ η ναυμαχία έμοιαζε να εξελίσσεται σε θρίαμβο των Πελοποννησίων συνέβη ένα ανεπάντεχο γεγονός, το οποίο ανέτρεψε την αρχική της εξέλιξη. Όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης ένα λευκαδίτικο πλοίο, από την δύναμη του πελοποννησιακού στόλου, καταδίωξε μια αθηναϊκή τριήρη, η οποία είχε καθυστερήσει και πάσχιζε να φθάσει τα υπόλοιπα αθηναϊκά πλοία που είχαν πλέον πλησιάσει στην Ναύπακτο. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης βρέθηκε στην πορεία του λευκαδίτικου ένα εμπορικό πλοίο, ανακόπτοντας την. Την στιγμή εκείνη η αθηναϊκή τριήρης, πραγματοποιώντας κύκλο γύρω από το εμπορικό, επέστρεψε βρίσκοντας το λευκαδίτικο με εκτεθειμένα τα πλευρά, το εμβόλισε, και στην συνέχεια το βύθισε, προκαλώντας παντελή σύγχυση στους επιτιθέμενους Πελοποννήσιους*. Στο βυθισμένο λευκαδίτικο πλοίο επέβαινε ο Τιμοκράτης, ένας από τους συμβούλους που είχαν στείλει οι Σπαρτιάτες στον Κνήμο, ο οποίος βλέποντας το πλοίο να βυθίζεται αυτοκτόνησε.

Παρακολουθώντας την σκηνή αυτή τα αποχωρούντα αθηναϊκά πλοία, ανέκρουσαν πλώρη και επετέθησαν ενάντια στα πελοποννησιακά, καταφέρνοντας το ακατόρθωτο, να αλλάξουν την τροπή της μάχης. Πραγματοποιώντας μια ορμητική επίθεση εναντίον των προπορευόμενων πλοίων του πελοποννησιακού στόλου, τον αιφνιδίασαν και τον αποσυντόνισαν, αναγκάζοντας τον, μετά από σύντομη μάχη, να τραπεί σε φυγή και ολοκληρωτική ήττα.

Α. Ελιγμός «περίπλου». Σχέδιο από άρθρο του Ian Whithead.

Οι Αθηναίοι, κατά την διάρκεια της ναυμαχίας, κατάφεραν να καταλάβουν έξι πλοία των Πελοποννησίων και να ανακτήσουν τα δικά τους αιχμαλωτισμένα πλοία. Στην συνέχεια περιέθαλψαν τους τραυματίες, περισυνέλεξαν τους νεκρούς τους, και αφού σύναψαν ανακωχή, άφησαν τους Πελοποννήσιους να πράξουν το ίδιο.

Οι Αθηναίοι αφού έστησαν τρόπαιο για τη νίκη τους, επέστρεψαν στην ναυτική τους βάση, την Ναύπακτο. Το ίδιο έπραξαν και οι Πελοποννήσιοι, στο Ρίο, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να γιορτάσουν την προσδοκώμενη αρχική τους επιτυχία. Με τον τρόπο αυτό, μετά την νίκη των Αθηναίων, έληξε η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη ναυμαχία στην περιοχή του Πατραϊκού Κόλπου, ανάμεσα στους στόλους της Αθηναϊκής και της Πελοποννησιακής Συμμαχίας.

*) Το γεγονός αυτό δεν ήταν καθόλου τυχαίο, αποτελούσε χαρακτηριστικό ναυτικό ελιγμό της τεχνικής των Αθηναίων που τον ονόμαζαν «περίπλου» . Οι όροι «περίπλους» και «διάπλους», σαν ναυτικοί ελιγμοί, αναφέρονται στον Θουκυδίδη και στον Ξενοφώντα. Ο περίπλους είχε σαν στόχο τον εμβολισμό του αντίπαλου πλοίου με ελιγμό, έτσι όπως φαίνεται στο σκίτσο Α.

Λίγα λόγια για την αθηναϊκή τριήρη.

Η τριήρης ήταν ένα ελαφρύ πολεμικό πλοίο, το οποίο πολλές φορές χρησιμοποιείτο και σαν εμπορικό. Παρουσίαζε την πρωτοτυπία ότι συγκέντρωνε περισσότερους κωπηλάτες, σε σχέση με τα πλοία της εποχής, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η προωστική δύναμη του σκάφους, χωρίς αυτό να προϋποθέτει και ανάλογη αύξηση του μήκους. Η καινοτομία αυτή επιτεύχθηκε με την τοποθέτηση των κωπηλατών σε τρεις υπερκείμενες επάλληλες σειρές, αντί της μιας, όπως συνέβαινε με τις τριακοντόρους και τις πεντηκοντόρους.

Η σύγχρονη τριήρης «Ολυμπιάς», η οποία κατασκευάστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της αρχαίας αθηναϊκής τριήρους.

Το βύθισμα του πλοίου, από την ίσαλο γραμμή ως την τρόπιδα, ήταν ελάχιστο οπότε μπορούσε να κινείται με άνεση στα αβαθή, ενώ παράλληλα μπορούσαν να το τραβούν κάθε βράδυ στην ξηρά. Το σχήμα του, που ήταν μακρύ και λεπτό (35-40 μέτρα μήκος και 6 περίπου μέτρα πλάτος), του επέτρεπε να πλέει με ταχύτητα 6 περίπου κόμβων (1 κόμβος = 1852 μέτρα την ώρα) και να είναι ευκίνητο. Το πλήρωμα του αποτελείτο από 200 άνδρες, τον κυβερνήτη, 10 αξιωματούχους, 2 τοξότες, 14 στρατιώτες και 170 κωπηλάτες. Υπολογίζεται ότι το βάρος της τριήρους, μαζί με το πλήρωμα, ήταν 50 περίπου τόνοι, όσο και το βάρος του έρματος που βοηθούσε στην ισορροπία του πλοίου.

Βιβλιογραφία – Πηγές

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

– Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, άρθρο του Ανδρά Μοράκη, τεύχος 99, Νοέμβριος 2004

– Ian Whithead, The periplous

Bικιπαίδεια, Ηλεκτρονική Εγκυκλοπαίδεια

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: