Το τέλος της πειρατείας

Αν και το Μεσολόγγι είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών -μετά την συστηματική του πολιορκία από τον Reşit Mehmet Paşa, τον επονομαζόμενο Κιουταχή, και την ηρωική έξοδο απελπισίας που πραγματοποίησαν οι πολιορκούμενοι Μεσολογγίτες, στις 10 Απριλίου του 1826-, ο άνισος αγώνας για την ανεξαρτησία του ελληνικού λαού συνεχιζόταν αν και η Εθνική Επανάσταση έβαινε προς μια από όλους ορατή κατάρρευση. Η σωτηρία επρόκειτο να έρθει ενάμιση χρόνο αργότερα όταν στις 20 Οκτωβρίου του 1827, η οθωμανική αρμάδα θα καταστρεφόταν από την ενωμένη συμμαχική ναυτική δύναμη της Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, στην γνωστή ναυμαχία του Ναυαρίνου για να εδραιωθεί στην συνέχεια με δυο πρόσθετες στρατιωτικές παρεμβάσεις, στην μορφή του επονομαζόμενου «Ρωσοτουρκικού Πολέμου» (1828-29), και της «Εκστρατείας του Μωριά» (1828-33) από το γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα.

a

Τα κάστρα του Ρίου και του Αντίρριου. Χαλκογραφία από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα)

Έξι χρόνια μετά την κήρυξη της ελληνικής Εθνικής Επανάστασης ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις για ανεξαρτησία αγωνιζόμενες ελληνικές δυνάμεις από την μια, και στις οθωμανικές δυνάμεις από την άλλη, οι οποίες προσπαθούσαν να αντιπαραταχθούν δυναμικά στον διαμελισμό της τεράστιας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε υποχωρήσει εις βάρος των επαναστατημένων ελληνικών δυνάμεων. Ειδικά μετά την εισβολή του İbrahim Paşa -του επονομαζόμενου Kavalalı, λόγω της γέννησης του στην Καβάλα-, στην Πελοπόννησο το 1825, ο ζωτικός χώρος και το σφρίγος των ελληνικών επαναστατημένων δυνάμεων είχε έντονα μειωθεί.

Κατά την περίοδο αυτή αν και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης είχε υπό τον έλεγχο του την Στερεά Ελλάδα, οι Οθωμανοί είχαν ισχυρή παρουσία στην περιοχή του Πατραϊκού, του Κορινθιακού, και του Αμβρακικού Κόλπου, καθώς βρίσκονταν με σημαντικές δυνάμεις οχυρωμένοι στα κάστρα της Βόνιτσας, της Ναυπάκτου και των Πατρών, ελέγχοντας ταυτόχρονα και παράλληλα όλες τις γύρω περιοχές. Πέρα από τις οχυρώσεις, το ιππικό, και το πεζικό, ένα ακόμα από τα κύρια στηρίγματα των αντιμαχόμενων ήταν οι στόλοι και των δυο πλευρών, οι οποίοι όχι μόνο τους υποστήριζαν σε θέματα πολέμου αλλά και σε θέματα ανεφοδιασμού.

Η μη ύπαρξη κεντρικής εξουσίας κατά την περίοδο αυτή όμως οδήγησε στην άμεση, δυναμική και υπέρμετρη ανάπτυξη της πειρατείας, η οποία αποτελούσε παραδοσιακά στο αρχιπέλαγος από τον 15ο μέχρι και τον 19ο αιώνα έναν από τους κύριους τρόπους απόκτησης αγαθών. Είναι πολλαπλά ιστορικά αποδεδειγμένο ότι κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, επιδίδονταν στην πειρατεία άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος από Έλληνες νησιώτες, μέχρι Τυνήσιους, Αλγερίνους, Βενετούς, Σικελούς, Τούρκους και Αιγυπτίους. Έτσι την περίοδο αυτή εκτός από τα ελληνικά και οθωμανικά πλοία, δρούσαν στον Πατραϊκό Κόλπο και πολλά πειρατικά τα οποία εκμεταλλευόμενα το κενό εξουσίας λήστευαν κάθε είδους εμπορικό πλοίο που έπεφτε στα χέρια τους. Αυτό δεν θα κρατούσε πλέον πολύ καθώς η επέκταση της βρετανικής ναυτικής κυριαρχίας στην Μεσόγειο, η ο οποία θα ολοκληρωνόταν κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, θα οδηγούσε αναπόφευκτα μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα την πειρατεία σε μαρασμό και αναπόφευκτα σε αφανισμό.

HMS PELICAN

Η Μεγάλη Βρετανία, σαν μια από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της εποχής, είχε πάντα εμπορικές συναλλαγές και συμφέροντα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου καθώς το εμπόριό της επεκτεινόταν και πέρα από την περιοχή αυτή, από την Μέση Ανατολή μέχρι και τις αποικίες της στις Ινδίες και την θάλασσα των Μολούκων. Η γενικότερη προστασία του βρετανικού εμπορίου από την πειρατεία διεκπεραιωνόταν με δυο τρόπους, την δωροδοκία και τον πόλεμο. Στην περίπτωση που οι πειρατικές δυνάμεις ήταν σημαντικές και ένας πόλεμος ήταν ασύμφορος για τα βρετανικά συμφέροντα, τότε ήταν προτιμότερη η δωροδοκία. Σε περίπτωση όμως που οι απαιτήσεις των πειρατών ήταν υψηλές ή πέρα από την χρηματική αμοιβή διακυβεύονταν και συμφέροντα επιρροής και τοπικού ελέγχου, τότε ήταν προτιμότερος ο πόλεμος.

A

Μοντέλο του βρετανικού πολεμικού πλοίου HMS CRUIZER, τύπου brig (βλ. μπρίκι), το οποίο αποτέλεσε το πρώτο πλοίο που έδωσε το όνομα του στην κλάση Cruizer. Η κλάση αυτή ήταν η πιο διαδεδομένη κλάση βρετανικών πλοίων κατά την διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Ανάμεσα στα 110 πλοία της συγκεκριμένης κλάσης που κατασκευάστηκαν για το βρετανικό ναυτικό, κατατασσόταν και το πλοίο HMS PELICAN. (Westbourne Models)

Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα ξεκίνησε ο ουσιαστικός έλεγχος της Μεσογείου από το βρετανικό ναυτικό, του οποίου η ολοκλήρωση έμελλε να πραγματοποιηθεί στα 1869 με την λειτουργία της διώρυγας του Σουέζ. Το διάστημα αυτό τα εμπορικά πλοία της Βρετανίας προστατεύονταν από πολεμικά που περιπολούσαν στα νερά της Μεσογείου κάνοντας παντού αισθητά την παρουσία τους. Ένα από τα πολεμικά αυτά ήταν και το μπρίκι HMS PELICAN.

Το βρετανικό πλοίο HMS PELICAN, κλάσης Cruizer και τύπου brig (βλ. μπρίκι), κατασκευάστηκε το 1812 στο Topsham της Αγγλίας. Αμέσως μετά την ένταξη του στο βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό εκτελούσε περιπολίες στις αγγλικές και τις ιρλανδικές ακτές όπου έγινε γνωστό λόγω της ναυμαχίας του με το αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS ARGUS. Το 1826 με κυβερνήτη τον Charles Leonard Irby στάλθηκε στην Μεσόγειο προς υποστήριξη των συμφερόντων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, όπου ανάμεσα στα καθήκοντα του συμπεριλαμβάνονταν και περιπολίες στις ελληνικές δυτικές ακτές, με σκοπό το κυνήγι των πειρατών και γενικότερη την εξολόθρευση της πειρατείας.

Στις 3 Ιανουαρίου του 1827 συνέλαβε στο Καρδαμίλι της Μάνης την σκούνα (βλ. Schooner) ΑΦΡΟΔΙΤΗ, η οποία ανήκε στον γνωστό γενοβέζο πειρατή Nicolo Siutto, ο οποίος τελούσε υπό την προστασία των Μαυρομιχαλαίων. Αν και επί της σκούνας βρέθηκε μεγάλος αριθμός κλοπιμαίων, δεν βρέθηκε όμως ο πειρατής Siutto ο οποίος με 30 μέλη του πληρώματος είχε καταφέρει να βγει στην ακτή  βρίσκοντας καταφύγιο στο Καρδαμίλι. Αιτούμενος ο κυβερνήτης του HMS PELICAN την παράδοση του πειρατή από τους προεστούς της περιοχής, καθώς και την απελευθέρωση δυο πλοίων που είχαν συλλάβει οι πειρατές στο ακρωτήριο Ταίναρο, έλαβε σαν απάντηση μόνο υπεκφυγές οι οποίες τον οδήγησαν στο να θεωρήσει ότι υπήρχε συνεργασία ανάμεσα στον πειρατή και στους Μανιάτες. Μετά από μακρόχρονες συναλλαγές του κυβερνήτη Irby με τον Γιάννη Μαυρομιχάλη, αδερφό του Πετρόμπεη ο οποίος απουσίαζε, συμφώνησε ο τελευταίος να συνοδεύσει τον Irby, με το δικό του πλοίο και με τα πλοία που είχαν συλλάβει οι πειρατές, στην Ζάκυνθο όπου εκεί επρόκειτο να παρθεί απόφαση για την παράδοση των πειρατών και την απελευθέρωση των πλοίων με τα φορτία τους. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού όμως και μέσα στην νύχτα, χωρίς καμιά ειδοποίηση, ο Μαυρομιχάλης αποχώρησε επιστρέφοντας στην Μάνη.

α

Το μπρίκι, εκ του γαλλικού brick και του αγγλικού brig, υπήρξε ένας χαρακτηριστικός τύπος ιστιοφόρου με δύο άλμπουρα, ο οποίος ήταν έντονα διαδεδομένος ανάμεσα σε όλα τα ναυτικά έθνη, ήδη από τον 18ο αιώνα. Ο πίνακας αυτός του 1809, δείχνει το υδραίικο μπρίκι ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, εξοπλισμένο με 12 κανόνια, έξω από την Μασσαλία. (Συλλογή Αικατερίνης Παούρη, Ύδρα)

Φτάνοντας ο Irby στην Ζάκυνθο -θα πρέπει στο σημείο αυτό να ανακληθεί στην μνήμη του αναγνώστη ότι το διάστημα αυτό τα νησιά του Ιονίου Πελάγους ανήκαν στην Βρετανική Αυτοκρατορία- συνάντησε το βρετανικό πολεμικό πλοίο HMS ZEBRA, το οποίο με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Edward Williams πραγματοποιούσε επίσης περιπολίες στις δυτικές ελληνικές ακτές. Ο Williams ανέλαβε την αποστολή να επιστρέψει στο Καρδαμίλι και να εξαναγκάσει τον Μαυρομιχάλη σε παράδοση. Προς αποφυγήν μιας εκτενούς αναφοράς στην μακρόπνοη αυτή ιστορία, αναφέρεται συνοπτικά εδώ ότι το τελικό αποτέλεσμα ήταν ο βομβαρδισμός του Καρδαμιλίου από τους Βρετανούς, ο οποίος όμως δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα καθώς λίγο καιρό αργότερα ξανασυναντάμε και πάλι το HMS PELICAN να επιχειρεί στην περιοχή, βρισκόμενο την φορά αυτή στα χνάρια του γνωστού πειρατή Διονύση Μουρτζίνου.

Στις 2 Μαρτίου του 1827, το HMS PELICAN πλέoντας στο στενό μεταξύ της νησίδας Οξιά και της απέναντι ακτής, της επονομαζόμενης «Σκρόφα», εντόπισε ένα πλοίο το οποίο έμοιαζε πάρα πολύ με το πλοίο του διάσημου πειρατή εκείνης της εποχής, Νικόλαου Κυπριώτη. Στην προσπάθεια του να αναγκάσει, το σαν πειρατικό θεωρούμενο πλοίο, να σταματήσει, το HMS PELICAN έριξε προειδοποιητικές βολές οι οποίες όμως δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς ώθησαν το άγνωστο πλοίο στο να ανοίξει τα πανιά του προσπαθώντας να διαφύγει. Το αποτέλεσμα ήταν να ακολουθήσει καταδίωξη κατά την οποία φτάνοντας το HMS PELICAN σε απόσταση βολής από το άγνωστο πλοίο, να δεχθεί από αυτό ομαδικά πυρά με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο πεζοναύτες, δύο μέλη του πληρώματος, και να τραυματιστούν οι αξιωματικοί Danil Grant, ο οποίος στην συνέχεια υπέκυψε στα τραύματα του, και Henry Smith, ο οποίος τραυματίστηκε στο χέρι. Πέρα από τους αξιωματικούς τραυματίστηκαν τρία ακόμα άτομα, ο ξυλουργός του πλοίου, ονόματι Case, ένας ναύτης και ένας πεζοναύτης.

Αμέσως μετά από αυτό το συμβάν το άγνωστο πλοίο ανάρτησε τα διακριτικά του τα οποία δεν ήταν άλλα από τα διακριτικά του οθωμανικού ναυτικού. Το HMS PELICAN όμως είχε εν τω μεταξύ στριμώξει το οθωμανικό πλοίο στην ακτή, κοντά στο Μεσολόγγι, όπου και το ανάγκασε να εξοκείλει στα αβαθή βάλοντας στην συνέχεια εναντίον του, με τα κανόνια της αριστερής πλευράς, με αποτέλεσμα να το αχρηστεύσει. Δεκαεπτά μέλη του πληρώματος αιχμαλωτίστηκαν από τους Βρετανούς και μεταφέρθηκαν στο HMS PELICAN, καθώς τα υπόλοιπα μέλη είχαν καταφέρει να διαφύγουν στην απέναντι ξηρά, ενώ ο καπετάνιος και κάποιοι από το πλήρωμα του οθωμανικού πλοίου είχαν σκοτωθεί κατά την διάρκεια της συμπλοκής. Τα έγγραφα του πλοίου έδειξαν στην συνέχεια ότι το πλοίο ήταν πράγματι οθωμανικό, και ότι είχε αποπλεύσει από την Πρέβεζα με προορισμό το Μεσολόγγι. Όταν οι οθωμανικές αρχές διαμαρτυρήθηκαν για την επίθεση του βρετανικού, εν καιρώ ειρήνης, ενάντια στο οθωμανικό πλοίο, οι βρετανικές αρχές των Ιονίων Νήσων υποστήριξαν τον πλοίαρχο Irby δηλώνοντας ότι η μη ανάρτηση των οθωμανικών διακριτικών, κατά την συνάντηση των δυο πλοίων, οδήγησε στο να θεωρηθεί το οθωμανικό πλοίο σαν πειρατικό.

Α

Χάρτης του Βρετανικού Ναυαρχείου ο οποίος αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία του ανάλογου χάρτη της περιοχής από την ελληνική Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού. (Αρχείο Γεράσιμου Σωτηρόπουλου)

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1864-65, πραγματοποιήθηκαν βυθομετρήσεις στην περιοχή από την φρεγάτα του Βασιλικού Βρετανικού Ναυτικού HMS HYDRA, την οποία διοικούσε ο πλοίαρχος A.L. Mansell. Οι βυθομετρήσεις αυτές οδήγησαν στην κατασκευή ναυτικού χάρτη από το Βρετανικό Ναυαρχείο ο οποίος αργότερα αποτέλεσε την βάση κατασκευής χαρτών της περιοχής και από την ελληνική Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού. Το 1904 πραγματοποιήθηκαν εκ΄ νέου εκτεταμένες και λεπτομερείς βυθομετρήσεις στην περιοχή που εκτείνεται από το Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας μέχρι την Οξιά, από το βρετανικό πλοίο HMS GOLDFINCH το οποίο τελούσε κάτω από την διακυβέρνηση του F.C. Learmonth. Στον καινούργιο ενημερωμένο χάρτη που προέκυψε μετά από τις βυθομετρήσεις αυτές, υπάρχει καταχωρημένο ναυάγιο στην περιοχή της νησίδας Σκρόφα, πολύ κοντά στην ακτή. Θεωρούμε ότι πρόκειται για το οθωμανικό πλοίο που βυθίστηκε μετά την επίθεση του HMS PELICAN, στις 2 Μαρτίου του 1927. Καθώς στο σημείο αυτό καταδύθηκε η ερευνητική ομάδα του Mathias Kopfmüller, η οποία και κινηματογράφησε το συγκεκριμένο ναυάγιο, θεωρούμε επίσης ότι τα σαν υπολείμματα αναδεικνυόμενα κομμάτια του ναυαγίου, τα οποία παρουσιάστηκαν σαν ευρήματα της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, είναι στην πραγματικότητα υπολείμματα του οθωμανικού πλοίου που βυθίστηκε από το HMS PELICAN.

HMS REVOLUTIONNAIRE

Μια ακόμα προγενέστερη ιστορία, η οποία συνδέεται με την πάταξη και το τέλος της πειρατείας στην ανατολική Μεσόγειο, έχει να κάνει με την συμπλοκή του βρετανικού πολεμικού πλοίου HMS REVOLUTIONNAIRE με δυο ελληνικά πειρατικά πλοία τον Μάιο του 1821. Αν και είναι γνωστό ότι η Μεγάλη Βρετανία υποστήριξε τους Έλληνες, κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού τους αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, και ότι τα περισσότερα γεγονότα στα οποία συμμετείχαν βρετανικές μονάδες είναι ιστορικά καταχωρημένα και τεκμηριωμένα, το γεγονός αυτό όμως έχει αποσιωπηθεί από την επίσημη ιστορία και διασώθηκε χάρι στον Βρετανό ναυτικό Arthur Fleming Morrell, ο οποίος υπηρέτησε σαν υποπλοίαρχος στο HMS REVOLUTIONNAIRE από τις 19 Ιανουαρίου του 1820 έως τα μέσα του 1822.

Α

Ο Αrthur Fleming Morrell.

Το προαναφερόμενο πλοίο, με πλοίαρχο τον Fleetwood Broughton Reynolds Pellew, εκτελούσε περιπολίες στην ανατολική Μεσόγειο με σκοπό την προστασία του βρετανικού εμπορίου από τα πειρατικά πλοία. Την 18η Μαΐου του 1821 ο πλοίαρχος του HMS REVOLUTIONNAIRE εντόπισε δυο ελληνικά πειρατικά πλοία στον Πατραϊκό Κόλπο στα οποία θέλησε να πραγματοποιήσει έλεγχο. Για τον σκοπό αυτό έστειλε δυο λέμβους του πλοίου, υπό την διοίκηση του Arthur Fleming Morrell, με σκοπό την διενέργεια του ελέγχου. Μόλις όμως οι βρετανικές λέμβοι πλησίασαν, δέχτηκαν τα πυρά των πειρατών με αποτέλεσμα να θανατωθεί ένα μέλος του πληρώματος και να τραυματιστούν κάποιοι από τους άνδρες μεταξύ των οποίων και ο Morrell ο οποίος δέχτηκε πολλαπλά τραύματα από σπαθί στο πρόσωπο. Το αποτέλεσμα της μάχης όμως απέβει νικηφόρο για τους Βρετανούς καθώς κατάφεραν να καταλάβουν και να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τα δυο ελληνικά πειρατικά.

Αμέσως μετά την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης, με σκοπό την εθνική ανεξαρτησία, πραγματοποιήθηκαν ενέργειες, από την πλευρά των επαναστατημένων Ελλήνων, οι οποίες είχαν σκοπό αφενός να θέσουν την πειρατεία υπό ελέγχο, αφετέρου να αποδείξουν στους συμμάχους τους ότι υπήρχαν οι προυποθέσεις για την δημιουργία ενός οργανωμένου κράτους το οποίο θα ήταν σε θέση να καταπολεμήσει την πειρατεία και να εγγυηθεί την ασφάλεια στην θάλασσα. Ανάμεσα στις ενέργειες αυτές ανήκε από το 1824 και η παρουσία δυο σπετσιώτικων πολεμικών πλοίων, τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή της Αλυκής, στην Κάτω Αχαΐα, ελέγχοντας την ναυσιπλοΐα στον Πατραϊκό Κόλπο καθώς και την διακίνηση όπλων και τροφίμων τα οποία έφθαναν από τα βρετανικά Επτάνησα στην περιοχή της Κάτω Αχαΐας. Η συνεχής παρουσία των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων στην Μεσόγειο, η κρατική και στρατιωτική οργάνωση των από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσπασμένων νέων εθνικών χωρών, η εδραίωση της βρετανικής ισχύος στην Μεσόγειο, και το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ στα 1869, οδήγησε την πειρατεία στον μεσογειακό χώρο σε απόλυτο μαρασμό με αποτέλεσμα την παντελή εξαλείψη του μέχρι τα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

Βιβλιογραφία – Πηγές

– Peter Earle, Κουρσάροι της Μάλτας και της Μπαρμπαριάς, Μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2010

Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972

http://www.ageofnelson.org/MichaelPhillips/info.php?ref=1676

http://www3.sympatico.ca/rjwmorrell/battles.htm

– http://www.dymi.gov.gr/Default.aspx?tabid=226

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Το τέλος της πειρατείας”

  1. Γιάννης Says:

    Πάρα πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Πολύ καλή έρευνα. Ωστόσο να αναφέρουμε πως το σωστό είναι η Καρδαμύλη όπου είχε και τον φρούριο του ο οπλαρχηγός και πρώην μπέης της Μάνης, Μούρτζινος. Το συγκεκριμένο αραξοβόλι ήταν πειρατικό ορμητήριο. (Σήμερα τουριστικό σημείο). Οι Γενοβέζοι συνεργάζονταν με τους Μανιάτες πολλές φορές λόγω του ότι ήταν Χριστιανοί. Εν αντιθέτως ήταν εχθρικοί με τους Μουσουλμάνους ή Αγαρηνούς όπως τους έλεγαν.

    Παρακαλώ αποστείλετε περισσότερες πληροφορίες αν έχετε για το συγκεκριμένο θέμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: